“Είμαι μαζί τους, θέλω να είμαι μαζί τους, μακάρι να με παίξουν κι εμένα. Παίζουμε Οικολογικά! Ελάτε!”
“Όταν ήρθαν τα παιδιά και μου είπαν να πω κάτι, σκέφτηκα πολλά πράγματα … Είπα να είναι κάτι πιο σοβαρό, πιο ωραίο, πιο μεγαλεπήβολο … Και μέσα στη συζήτηση που είχαμε, προέκυψε από μόνο του, πραγματικά μόνο του.
Αυτό που δεν μπορώ να ακούω, και έχω βαρεθεί να ακούω και με θυμώνει όταν το ακούω είναι το “ελπίζω”. Αυτό το ρήμα κάτι μου κάνει. Δεν μπορώ να συμφωνήσω μαζί του, καθόλου. Και όσο το ακούω γύρω μου αυτή ειδικά την εποχή, τόσο θυμώνω. Δεν θέλω να ελπίζω, δεν πρέπει να ελπίζω, δεν πρέπει να ελπίζει κανένας. Πρέπει να πράξει. Λοιπόν, πάμε να κάνουμε ό,τι είναι να κάνουμε και να αφήσουμε την ελπίδα. Η ελπίδα κοιμίζει … κοιμίζει ακόμα περισσότερο. Ελάτε! Πέρασε ο χρόνος! Δεν έχει άλλο! Τελειώσαμε … Μην ελπίζει κανείς … Να πράξει …
“Παίζουμε Οικολογικά” … Υποστηρίζω αυτή τη δράση, αυτή την ανάγκη των ανθρώπων που μαζεύτηκαν και το αποφάσισαν. Είμαι μαζί τους, θέλω να είμαι μαζί τους, μακάρι να με παίξουν κι εμένα. Παίζουμε Οικολογικά! Ελάτε!”